Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ατυχία οι ατυχίες
      γενική της ατυχίας των ατυχιών
    αιτιατική την ατυχία τις ατυχίες
     κλητική ατυχία ατυχίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ατυχία < από το αρσενικό στερητικό και το τύχη.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ατυχία θηλυκό

  1. Η έλλειψη τύχης.
    Είχαμε μεγάλη ατυχία.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία