Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ασυρματιστής οι ασυρματιστές
      γενική του ασυρματιστή των ασυρματιστών
    αιτιατική τον ασυρματιστή τους ασυρματιστές
     κλητική ασυρματιστή ασυρματιστές
Κατηγορία όπως «ποιητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ασυρματιστής < ασύρματος (συσκευή)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ασυρματιστής αρσενικό (θηλυκό ασυρματίστρια)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία