Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποφαίνομαι < αρχαία ελληνική ἀποφαίνομαι, μέσος τύπος του ἀποφαίνω (στη φράση ἀποφαίνομαι γνώμην)

  ΡήμαΕπεξεργασία

αποφαίνομαι

  1. (λόγιο) διατυπώνω με επισημότητα μια γνώμη ως ειδικός ή αρμόδιος
  2. (νομική) εκδίδω επίσημη απόφαση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία