Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

pronounce (en)

  1. προφέρω
  2. αρθρώνω λέξεις
  3. ονομάζω, αποδίδω επίσημα μια ιδιότητα κατά τη διάρκεια τελετής
    I hereby pronounce you man and wife
  4. δηλώνω, αποδίδω επίσημα μια ιδιότητα επειδή έχω την εξουσία ή είμαι ειδικός
    he was pronounced dead
  5. διαβάζω φωναχτά

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία