↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ανατομείο τα ανατομεία
      γενική του ανατομείου των ανατομείων
    αιτιατική το ανατομείο τα ανατομεία
     κλητική ανατομείο ανατομεία
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ανατομείο < ΄ανατέμνω

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

ανατομείο ουδέτερο

  1. το νεκροτομείο, αίθουσα στην οποία φυλάσσονται προσωρινά οι σοροί εκείνων που πέθαναν κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες και που πρέπει να τους γίνει νεκροψία και νεκροτομή προκειμένου να εξακριβωθούν τα αίτια θανάτου
  2. χώρος στον οποίο διδάσκονται ανατομία οι φοιτητές της ιατρικής (συνήθως το νεκροτομείο)
    ※  Αν και συνηθισμένος, τρία χρόνια τώρα, ν' αντικρίζει πτώματα, λόγω των σπουδών του, στο ανατομείο, δεν είχε αποκτήσει ακόμα, εν τούτοις, την απαιτούμενη εκείνη ψυχραιμία, που χρειάζεται σ' όλες αυτές τις εργασίες. (Ναπολέων Λαπαθιώτης Το κρανίο [διήγημα])

  Μεταφράσεις

επεξεργασία