Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αναποδογύρισμα τα αναποδογυρίσματα
      γενική του αναποδογυρίσματος των αναποδογυρισμάτων
    αιτιατική το αναποδογύρισμα τα αναποδογυρίσματα
     κλητική αναποδογύρισμα αναποδογυρίσματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναποδογύρισμα < αναποδογυρίζω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αναποδογύρισμα ουδέτερο

  1. ανατροπή, αναστροφή, το γύρισμα ανάποδα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία