Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναγκασμός αναγκασμοί
γενική αναγκασμού αναγκασμών
αιτιατική αναγκασμό αναγκασμούς
κλητική αναγκασμέ αναγκασμοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναγκασμός < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αναγκασμός αρσενικό

  1. η ενέργεια του αναγκάζω, η επιβολή της θέλησής μου πάνω σε άλλον ώστε να κάνει κάτι που θέλω εγώ, το οποίο είναι αντίθετο στις δικές του επιθυμίες


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία