Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αλλαντοπώλης οι αλλαντοπώλες
αλλαντοπώληδες
      γενική του αλλαντοπώλη των αλλαντοπωλών
αλλαντοπώληδων
    αιτιατική τον αλλαντοπώλη τους αλλαντοπώλες
αλλαντοπώληδες
     κλητική αλλαντοπώλη αλλαντοπώλες
αλλαντοπώληδες
όπως «λαχειοπώλης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλλαντοπώλης < + -πώλης {{ετυ+}

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αλλαντοπώλης αρσενικό (θηλυκό αλλαντοπώλισσα)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία