Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αιμοκάθαρση < αίμα + κάθαρση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αιμοκάθαρση θηλυκό

  • μέθοδος για την τεχνητή αποβολή των τοξικών ουσιών από το αίμα· εφαρμόζεται σε ασθενείς που πάσχουν κυρίως από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και αδυνατούν πλέον να αποβάλουν τοξικές για τον οργανισμό ουσίες από το αίμα τους
    Η αιμοκάθαρση πραγματοποιείται με δύο κύριους τρόπους, τον τεχνητό νεφρό και τις περιτοναϊκές πλύσεις

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία