Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αιθάνιο τα αιθάνια
      γενική του αιθανίου
αιθάνιου
των αιθανίων
    αιτιατική το αιθάνιο τα αιθάνια
     κλητική αιθάνιο αιθάνια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αιθάνιο < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αιθάνιο ουδέτερο

  • (χημεία): οργανική χημική ένωση, παράγωγη του πετρελαίου σε αέρια κατάσταση

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία