Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αεροπυρόσβεση οι αεροπυροσβέσεις
      γενική της αεροπυρόσβεσης των αεροπυροσβέσεων
    αιτιατική την αεροπυρόσβεση τις αεροπυροσβέσεις
     κλητική αεροπυρόσβεση αεροπυροσβέσεις
Η λόγια γενική ενικού σε -εως δεν συνηθίζεται σε νεότερες λέξεις.
Κατηγορία όπως «παγκοσμιοποίηση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αεροπυρόσβεση < αερο- + πυρόσβεση

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.e.ɾo.piˈɾo.zve.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐ε‐ρο‐πυ‐ρό‐σβε‐ση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αεροπυρόσβεση θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Δελτίο Επιστημονικής Ορολογίας και Νεολογισμών. Ακαδημία Αθηνών. Τεύχος 11, έτος 2012, ISSN: 1106‑8027. Διαθέσιμο pdf στο repository.academyofathens.gr