Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αεράκατος οι αεράκατοι
      γενική της αεράκατου
αερακάτου
των αεράκατων
αερακάτων
    αιτιατική την αεράκατο τις αεράκατους
αερακάτους
     κλητική αεράκατε αεράκατοι
Οι δεύτεροι τύποι γενικής, αιτιατικής, είναι παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «πανσέληνος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αεράκατος < αερ- + άκατος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αεράκατος θηλυκό

  1. (ναυτικός όρος) μικρό ταχύπλοο σκάφος, που φέρει στη πρύμη (εξωτερικά) πηδάλιο αεροπλάνου
  2. (αεροπορικός όρος) μικρό υδροπλάνο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία