Δείτε επίσης: ἀδημονῶ

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αδημονώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀδημονῶ, (ἀδημονέω) < ἀδήμων

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.ði.moˈno/
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐δη‐μο‐νώ

  ΡήμαΕπεξεργασία

αδημονώ, πρτ.: αδημονούσα, μόνο στο ενεστωτικό θέμα (χωρίς παθητική φωνή)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

(ελλειπτικό ρήμα)

πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. αδημονώ αδημονούσα θα αδημονώ να αδημονώ αδημονώντας
β' ενικ. αδημονάς αδημονούσες θα αδημονάς να αδημονάς
γ' ενικ. αδημονά αδημονούσε θα αδημονά να αδημονά
α' πληθ. αδημονούμε αδημονούσαμε θα αδημονούμε να αδημονούμε
β' πληθ. αδημονάτε αδημονούσατε θα αδημονάτε να αδημονάτε αδημονάτε
γ' πληθ. αδημονούν αδημονούσαν θα αδημονούν να αδημονούν

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία