Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αγωνιστικότητα οι αγωνιστικότητες
      γενική της αγωνιστικότητας των αγωνιστικοτήτων
    αιτιατική την αγωνιστικότητα τις αγωνιστικότητες
     κλητική αγωνιστικότητα αγωνιστικότητες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγωνιστικότητα < αγωνιστικός + -ότητα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αγωνιστικότητα θηλυκό


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία