Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγριοβόρι < άγριος + βοριάς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αγριοβόρι ουδέτερο

  • κρύος βοριάς που πνέει με μεγάλη ένταση

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία