Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ίζμπα οι ίζμπες
      γενική της ίζμπας
    αιτιατική την ίζμπα τις ίζμπες
     κλητική ίζμπα ίζμπες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ίζμπα < ίσμπα με • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ίζμπα θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία