Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άμβλυνση < ἄμβλυνσις < ἀμβλύνω + -σις / -ση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

άμβλυνση θηλυκό

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία