Arrows blue.png Δείτε επίσης: αλόγα, αλογά

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άλογα < άλογος

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

άλογα

  1. χωρίς λογική, χωρίς την επέμβαση του νου

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

άλογα ουδέτερο

  1. άλογο, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

άλογα

  1. ουδέτερο του άλογος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού