Δείτε επίσης: χώρα

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Χώρα οι Χώρες
      γενική της Χώρας των Χωρών
    αιτιατική τη Χώρα τις Χώρες
     κλητική Χώρα Χώρες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Χώρα < χώρα

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Χώρα θηλυκό

  • ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  • (γεωγραφία) γενική ονομασία πρωτεύουσας νησιού όταν φέρει ίδιο όνομα, π.χ. Χώρα Νάξου, η πόλη Νάξος, Χώρα Αίγινας, η πόλη Αίγινα κ.λπ.

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία