Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Ταμπουριώτης < Ταμπούρια

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Ταμπουριώτης αρσενικό, θηλυκό Ταμπουριώτισσα

  1. ο καταγόμενος ή κάτοικος της συνοικίας Ταμπούρια, στον Πειραιά.
  2. ταμπουριώτης ο αμυνόμενος που καλύπτεται σε ταμπούρι

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία