Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα Ραγκουτσάρια
      γενική των Ραγκουτσαριών
    αιτιατική τα Ραγκουτσάρια
     κλητική Ραγκουτσάρια
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Ραγκουτσάρια < σλαβική рогатый (rɐˈɡatɨj: που έχει κέρατα, διάβολος)

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Ραγκουτσάρια ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία