Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα Ρουγκατσάρια
      γενική των Ρουγκατσαριών
    αιτιατική τα Ρουγκατσάρια
     κλητική Ρουγκατσάρια
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Ρουγκατσάρια < σλαβική рогатый (rɐˈɡatɨj: που έχει κέρατα, διάβολος) < рогат (rɐˈɡat: που έχει κέρατα) < рог (rog: κέρατο) < πρωτοσλαβική *rogъ (κέρατο) (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Ρουγκατσάρια ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  • (λαογραφία) (ιδιωματικό) έθιμο που συναντάται σε πόλεις και χωριά της Θεσσαλίας, Μακεδονίας κ.α. την περίοδο της πρωτοχρονιάς ή των Φώτων, κατά το οποίο ομάδες νέων μεταμφιέζονται και τριγυρίζουν πειράζοντας όσους συναντούν
    • Το ίδιο βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς λίγο πριν την αλλαγή του χρόνου στα περισσότερα ορεινά χωριά της Κοζάνης και των Γρεβενών αναβιώνουν τα Ρουγκατσάρια. Οι νέοι του χωριού, ντυμένοι με τις παραδοσιακές τους στολές, άλλοι μεταμφιεσμένοι φορώντας προβιές και κεφάλια ζώων, άλλοι με αυτοσχέδιες μάσκες αλλά με κεντρικό πρόσωπο την «μπούλα» που είναι άντρας μεταμφιεσμένος σε νύφη και τον «ρογκατσάρη» δηλαδή τον «αράπη», περνούν από όλα τα σπίτια πίνοντας και χορεύοντας και ανταλλάσσοντας ευχές και πειράγματα με τους οικοδεσπότες. (*)
    • Αναβίωσαν και φέτος τα πατροπαράδοτα έθιμα των Ρουγκατσαριών της Γαλατινής και των Μπουμπουσιαριών της Εράτυρας (*)

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία