Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Παφίτης < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Παφίτης αρσενικό

  1. άτομο με καταγωγή από την πόλη της Πάφου

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία