Άνοιγμα κυρίου μενού

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική Λητοΐδης τώ Λητοΐδα οἱ Λητοΐδαι
Γενική τοῦ Λητοΐδου τοῖν Λητοΐδαιν τῶν Λητοϊδῶν
Δοτική τῷ Λητοΐδ τοῖν Λητοΐδαιν τοῖς Λητοΐδαις
Αιτιατική τόν Λητοΐδην τώ Λητοΐδα τούς Λητοΐδας
Κλητική (ὦ) Λητοΐδη (ὦ) Λητοΐδα (ὦ) Λητοΐδαι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Λητοΐδης < Λητώ + -ίδης

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Λητοΐδης και Λατοΐδης αρσενικό

  1. γιος της Λητούς (και του Δία), ο Απόλλων
    Ναι τον Έρωτα, θέλω το παρ’ούασιν Ηλιοδώρας φθέγμα κλύειν ή τα Λατοϊδέω κιθάρας, Παλατινή Ανθολογία 5.141
    Ναι μα τον Έρωτα, θέλω της Ηλιοδώρας το ψιθύρισμα στο αυτί μου, παρά του Λατοϊδέα (του γιού της Λητούς, του Απόλλωνα) την κιθάρα