Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Κοζανίτης < Κοζάνη + -ίτης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Κοζανίτης οι Κοζανίτες
      γενική του Κοζανίτη των Κοζανιτών
    αιτιατική τον Κοζανίτη τους Κοζανίτες
     κλητική Κοζανίτη Κοζανίτες
Παράρτημα

Κοζανίτης αρσενικό, θηλυκό Κοζανίτισσα

  1. (πατριδωνυμικό) ο κάτοικος ή αυτός που κατάγεται από την Κοζάνη

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία