Δείτε επίσης: Ζεβεδαῖος

Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Ζεβεδαίος οι Ζεβεδαίοι
      γενική του Ζεβεδαίου των Ζεβεδαίων
    αιτιατική τον Ζεβεδαίο τους Ζεβεδαίους
     κλητική Ζεβεδαίε Ζεβεδαίοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Ζεβεδαίος < ελληνιστική κοινή Ζεβεδαῖος < εβραϊκή זבדי (zab-dee')

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ze.veˈðe.os/

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Ζεβεδαίος αρσενικό

  1. βιβλικό πρόσωπο, πατέρας των αποστόλων Ιακώβου και Ιωάννη του Ευαγγελιστή
  2. ανδρικό όνομα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • τα παιδιά του Ζεβεδαίου ποιον είχαν πατέρα;: ερωτηματική έκφραση που χρησιμοποιείται είτε με σκωπτική διάθεση, είτε για να δείξει ότι τα συμπεράσματα είναι προφανή

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία