Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ΔΟΕ < από τα αρχικά των λέξεων Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή

  ΣυντομομορφήΕπεξεργασία

Δ.Ο.Ε. θηλυκό

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία