Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Γκραβαρίτης < Γκράβαρα + -ιτης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Γκραβαρίτης Γκραβαρίτες
γενική Γκραβαρίτη Γκραβαριτών
αιτιατική Γκραβαρίτη Γκραβαρίτες
κλητική Γκραβαρίτη Γκραβαρίτες

Γκραβαρίτης αρσενικό, θηλυκό Γκραβαρίτισσα

  1. (πατριδωνυμικό) ο κάτοικος ή αυτός που κατάγεται από τα Γκράβαρα

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία