Δείτε επίσης: αιγιώτης, Αιγαλιώτης

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Αιγιώτης οι Αιγιώτες
      γενική του Αιγιώτη των Αιγιωτών
    αιτιατική τον Αιγιώτη τους Αιγιώτες
     κλητική Αιγιώτη Αιγιώτες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Αιγιώτης < Αίγι(ο) + -ώτης

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Αιγιώτης αρσενικό (θηλυκό Αιγιώτισσα)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία