Διαγλωσσικοί όροιΕπεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

sostenuto < (λόγιο δάνειο) ιταλική sostenuto

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

sostenuto

  1. (μουσική) συγκρατημένο tempo, που αργοπορεί
  2. (μουσική) ήχος (ή νότα) με κρατημένη, παρατεταμένη διάρκεια

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

sostenuto

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • οι μουσικοί όροι αφορούν τη δυτική μουσική
  • το επίθετο χρησιμοποιείται είτε άκλιτο, είτε ακολουθώντας την ιταλική κλίση
  • γραφή με ελληνικό αλφάβητο: σοστενούτο

ΕκφράσειςΕπεξεργασία



Ιταλικά (it)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

sostenuto < μετοχή αορίστου του ρήματος sostenere (στηρίζω) < λατινική sustineō < sub- (κάτω) + teneo (κρατώ)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

sostenuto (it) πληθυντικός: sostenuti (θηλυκό, ενικός: sostenuta, πληθ: sostenute)

  1. σταθερός, κρατημένος, συγκρατημένος
  2. (μουσική) → δείτε τη λέξη sostenuto (διαγλωσσικός μουσικός όρος)
  3. (μουσική) είδος πεντάλ του πιάνου που κρατά, παρατείνει τη διάρκεια επιλεγμένων ήχων → δείτε τη λέξη pedale del sostenuto

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Αλλόγλωσσα παράγωγαΕπεξεργασία

  ΜετοχήΕπεξεργασία

sostenuto (it) πληθυντικός: sostenuti (θηλυκό, ενικός: sostenuta, πληθ: sostenute)

  • μετοχή αορίστου του ρήματος sostenere (στηρίζω, κρατώ)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • sostenuto στην ιταλική Βικιπαίδεια