Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

adagio (en)

  1. (μουσική) που έχει τη ένδειξη ότι παίζεται αργά

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

adagio (en)

  1. (μουσική) αντάτζιο (αργά)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

adagio (en)

  1. (μουσική) αντάτζιο (η ένδειξη ότι ένα μουσικό κομμάτι παίζεται αργά)
  2. (μουσική) αντάτζιο (μουσικό κομμάτι που φέρει αυτή την ένδειξη)



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

adagio 

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

adagio (fr)

  1. (μουσική) αντάτζιο (αργά)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

adagio (fr)

  1. (μουσική) αντάτζιο (η ένδειξη ότι ένα μουσικό κομμάτι παίζεται αργά)
  2. (μουσική) αντάτζιο (μουσικό κομμάτι που φέρει αυτή την ένδειξη)