Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
score scores

score (en)

  1. το σκορ
  2. (συνήθως περίπου) εικοσάδα, είκοσι
  3. η χαρακιά
  4. (μουσική) η παρτιτούρα

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας score
γ΄ ενικό ενεστώτα scores
αόριστος scored
παθητική μετοχή scored
ενεργητική μετοχή scoring

score (en)

  1. σκοράρω
    I was sure that I would score a goal
    Ήμουν σίγουρος ότι θα σκοράρω γκολ
  2. χαράζω

Γαλλικά (fr)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
score scores

score (fr) αρσενικό

  1. το σκορ