Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

maille < λατινική macula (βρόχος, θηλιά, κηλίδα)[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /mɑːj/
maille 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
maille mailles

maille (fr) θηλυκό

  1. θηλιά
  2. κρίκος αλυσίδας
  3. ράμμα
  4. βελονιά
  5. βρόχος διχτυού
  6. δικτυωτό ρούχο

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «μαγιό» - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.