Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

infect (en)

  1. μολύνω, μεταδίδω μια αρρώστια
  2. μεταδίδω σε κάποιον τον ενθουσιασμό μου ή το πάθος μου για κάτι, κολλάω
    Her passion for dancing has infected me.

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό infect infects
θηλυκό infecte infectes

infect (fr) αρσενικό