Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

glare (en)

  1. (at somenone) αγριοκοιτάζω, κοιτάζω με θυμό
    he was glaring at me
  2. λάμπω πολύ δυνατά και δυσάρεστα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

glare (en)

  • πολύ δυνατή, δυσάρεστη λάμψη