Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγριοκοιτάζω < άγριος + κοιτάζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

αγριοκοιτάζω

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία