Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

fail (en)

  1. αποτυγχάνω (σε κάποια προσπάθεια)
  2. αποτυγχάνω (σε μάθημα), μένω
  3. δεν ανταποκρίνομαι σε υποχρέωσή μου
  4. (για μηχανήματα) χαλάω, παύω να λειτουργώ σωστά