Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɪˈstæb.lɪʃt/
ήχος (ΗΠΑ) 

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

established (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος establish

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

established (en)

  1. στέρεος, επιβεβαιωμένος, τεκμηριωμένος
  2. (για θρησκείες) αναγνωρισμένος
  3. (λογισμικό) εγκατεστημένο
     συνώνυμα: installed