Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

built-in < → δείτε τις λέξεις build, built και in

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

built-in (en)

  1. ενσωματωμένος
  2. (λογισμικό) χαρακτηριστικό, λειτουργία που είναι αναπόσπαστο μέρος λογισμικού, εφαρμογής, κλπ
    ※  It has built-in data structures, combined with dynamic binding and typing, makes it an ideal choice for rapid application development.[1]
    λείπει η μετάφραση
    ※  Many data structure needs can be met with the built-in list type. (Python tutorial) [2]
    «Πολλές ανάγκες δομής δεδομένων μπορούν να αντιμετωπιστούν με τον ενσωματωμένο τύπο λίστας.»

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία