Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ascendant < λατινική ascendens

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.sɑ̃.dɑ̃/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό ascendant ascendants
θηλυκό ascendante ascendantes

ascendant (fr) αρσενικό

 συνώνυμα: montant
 αντώνυμα: descendant

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
ascendant ascendants

ascendant (fr) αρσενικό

 συνώνυμα: autorité, domination, empire, emprise, influence
 συνώνυμα: aïeul, ancêtre

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

δείτε τη λέξη  ascension