Ουσιαστικό

επεξεργασία

affect (en)

affect (en)

  1. επηρεάζω
  2. συγκινώ
  3. προσποιούμαι κάτι
  4. προσβάλλω (π.χ. για αρρώστια που προσβάλλει ένα μέρος του σώματος)