Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Witz die Witze
γενική des Witzes der Witze
δοτική dem Witz
dem Witze
den Witzen
αιτιατική den Witz die Witze

Witz (de) αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία