Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Urfassung < Ur- + Fassung

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Urfassung (de) θηλυκό

  1. η αρχική έκδοση, το πρωτότυπο