Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

Schlange 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Schlange die Schlangen
γενική der Schlange der Schlangen
δοτική der Schlange den Schlangen
αιτιατική die Schlange die Schlangen

Schlange (de) θηλυκό

  1. (ζωολογία) το φίδι
  2. (μεταφορικά) η ουρά (αναμονής)
  3. (αστερισμός) Όφις

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • Schlange stehen - στέκομαι / περιμένω στην ουρά

ΣύνθεταΕπεξεργασία