Άνοιγμα κυρίου μενού

Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Kleidung (de) θηλυκό

  1. τα ρούχα, ο ρουχισμός, η ενδυμασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία