Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Felsen die Felsen
γενική des Felsens der Felsen
δοτική dem Felsen den Felsen
αιτιατική den Felsen die Felsen

Felsen (de) αρσενικό

  1. βράχος
  2. γκρεμός