Άνοιγμα κυρίου μενού

Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Abstammung < abstammen (κατάγομαι)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Abstammung die Abstammungen
γενική der Abstammung der Abstammungen
δοτική der Abstammung den Abstammungen
αιτιατική die Abstammung die Abstammungen

Abstammung (de) θηλυκό

  1. καταγωγή
  2. γένος