Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-ιστί < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική -ιστί

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /iˈsti/
τυπογραφικός συλλαβισμός: -ι‐στί

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-ιστί

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-ιστί < από ρήματα σε -ίζω → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-ιστί

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία