Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ὀγκηθμός ὀγκηθμώ ὀγκηθμοί
Γενική ὀγκηθμοῦ ὀγκηθμοῖν ὀγκηθμῶν
Δοτική ὀγκηθμ ὀγκηθμοῖν ὀγκηθμοῖς
Αιτιατική ὀγκηθμόν ὀγκηθμώ ὀγκηθμούς
Κλητική ὀγκηθμέ ὀγκηθμώ ὀγκηθμοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὀγκηθμός < ὀγκάομαι/ὀγκῶμαι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ὀγκηθμός αρσενικό