Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἐράω < ἔραμαι

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας ἐράω-ῶ ἐρῶμαι
Παρατατικός ἤρων
Μέλλοντας ἐρασθήσομαι (με ενεργ.σημασία)
Αόριστος ἠράσθην (με ενεργ. σημασία)
Παρακείμενος ἤρασμαι
Υπερσυντέλικος
Συντελ.Μέλλ.


  ΡήμαΕπεξεργασία

ἐράω - ἐρῶ, ιωνικός τύπος: ἐρέω

  1. είμαι ερωτευμένος
  2. επιθυμώ σφόδρα
  3. κάνω εμετό, αδειάζω, εκκενούμαι (δείτε πιο κάτω και στα ομώνυμα)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία

  • ἐράω: κάνω εμετό, βγάζω διάφορες εκκρίσεις, κενώ < ίσως από την λέξη ἔρα (γη) Πάντοτε σύνθετο (ἐξερῶ, κατερῶ, συνερῶ)
  • αἰρέω-ῶ και αἴρω